- νεῖμα
- νεῖμα: see νέμω.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
νείμας — νείμᾱς , νέμω deal out aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νείμασα — νείμᾱσα , νέμω deal out aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νεῖμ' — νεῖμαι , νέμω deal out aor imperat mid 2nd sg νεῖμαι , νέμω deal out aor inf act νεῖμα , νέμω deal out aor ind act 1st sg (homeric ionic) νεῖμε , νέμω deal out aor ind act 3rd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)